Η νέα πρωτοπορία στην αντιμετώπιση των εγκεφαλικών επεισοδίων
Σε μια πάθηση όπου ο χρόνος είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση, η έγκαιρη διάκριση του τύπου του εγκεφαλικού επεισοδίου αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιλογή της κατάλληλης θεραπείας. Πρόσφατες έρευνες που παρουσιάστηκαν στο Διεθνές Συνέδριο Εγκεφαλικών (ISC) το 2025, αναδεικνύουν πως ένας έλεγχος με δείγμα αίματος που πραγματοποιείται στο ασθενοφόρο μπορεί να διακρίνει μεταξύ ισχαιμικού και αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου, βασιζόμενος στα επίπεδα του GFAP (glial fibrillary acidic protein) – μιας πρωτεΐνης που απελευθερώνεται όταν τα νευρικά κύτταρα υφίστανται βλάβη.

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε τα κύρια ευρήματα της έρευνας, τη σημασία του GFAP στη διάκριση των τύπων εγκεφαλικών επεισοδίων και τις προοπτικές για εφαρμογή του ελέγχου στην προνοσοκομειακή φροντίδα.
Τι είναι το GFAP και πώς λειτουργεί
Το GFAP (Glial Fibrillary Acidic Protein) είναι μια πρωτεΐνη που παράγεται από τα κύτταρα του εγκεφάλου. Όταν συμβαίνει βλάβη στα νευρικά κύτταρα, όπως σε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, τα επίπεδα του GFAP αυξάνονται στο αίμα.
Βασικά Χαρακτηριστικά του GFAP:
- Εξειδίκευση: Είναι συγκεκριμένο για το νευρικό σύστημα, γεγονός που το καθιστά αξιόπιστο δείκτη βλάβης.
- Αυξημένα Επίπεδα σε Αιμορραγικά Επεισόδια: Στους ασθενείς με εγκεφαλικό επεισόδιο αιμορραγικού τύπου, τα επίπεδα του GFAP είναι σημαντικά υψηλότερα (μέσος όρος περίπου 208 pg/mL) σε σύγκριση με εκείνα των ασθενών με ισχαιμικό επεισόδιο (μέσος όρος περίπου 30 pg/mL).
- Δυνατότητα Διάκρισης: Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νευρολογική βλάβη (NIHSS > 6), επίπεδα κάτω των 30 pg/mL μπορούν να αποκλείσουν ένα αιμορραγικό επεισόδιο.
Η μέτρηση του GFAP μπορεί να μεταμορφώσει τη διάγνωση των εγκεφαλικών επεισοδίων, επιτρέποντας στο ιατρικό προσωπικό να ανταποκριθεί γρήγορα και στοχευμένα.
Η μεθοδολογία της έρευνας
Η έρευνα που παρουσιάστηκε από την Love-Preet Kalra, MD, περιλάμβανε 353 ασθενείς με υποψία οξέος εγκεφαλικού επεισοδίου. Το αίμα συλλέγονταν προνοσοκομειακά και αναλύονταν με τη χρήση της φορητής συσκευής i-STAT Alinity της Abbott.
Βασικά Σημεία της Μεθοδολογίας:
- Συλλογή Δεδομένων: Αίμα συλλέχθηκε από ασθενείς πριν την εισαγωγή στο νοσοκομείο.
- Ανάλυση Επιπέδων GFAP: Τα επίπεδα του GFAP μετρήθηκαν σε τρεις κατηγορίες: εγκεφαλικό επεισόδιο αιμορραγικού τύπου, ισχαιμικό επεισόδιο και “stroke mimic”.
- Καθορισμός Ορίων: Τα δεδομένα έδειξαν ότι για ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νευρολογική βλάβη, ένα επίπεδο GFAP κάτω των 30 pg/mL ήταν αντιπροσωπευτικό για ισχαιμικό επεισόδιο.

Διαχωρισμός των Εγκεφαλικών Επεισοδίων: Ισχαιμικό vs. Αιμορραγικό
Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα της έρευνας είναι η ικανότητα του αιματικού ελέγχου να διαχωρίζει τα εγκεφαλικά επεισόδια ανά τύπο, καθιστώντας δυνατή την άμεση λήψη θεραπευτικών αποφάσεων.
Ισχαιμικό Επεισόδιο
- Μέσος Όρος GFAP: Περίπου 30 pg/mL.
- Θεραπευτική Προσέγγιση: Αυτοί οι ασθενείς μπορούν να λάβουν θρομβολυτικά φάρμακα στο ασθενοφόρο, εφόσον ο χρόνος παρέμβασης είναι κρίσιμος για την αποκατάσταση.
Αιμορραγικό Επεισόδιο
- Μέσος Όρος GFAP: Περίπου 208 pg/mL.
- Διαφορετικές Θεραπείες: Οι ασθενείς με αιμορραγικό επεισόδιο χρειάζονται άμεση μείωση της αρτηριακής πίεσης και γρήγορη μεταφορά σε εξειδικευμένο κέντρο για περαιτέρω θεραπεία.
«Ο διαχωρισμός μεταξύ ισχαιμικού και αιμορραγικού επεισοδίου μέσω του GFAP μπορεί να είναι ο παράγοντας που σώζει ζωές, επιτρέποντας την ταχύτατη και στοχευμένη θεραπεία.»
Διάφορες παράμετροι και προκλήσεις
Η έρευνα ανέδειξε ορισμένες παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή αξιολόγηση των επιπέδων GFAP, όπως η ηλικία και η χρήση αντιπηκτικών φαρμάκων.
Η ηλικία ως παράγοντας
- Νεότεροι από 72 ετών: Επίπεδα GFAP πάνω από 57 pg/mL συσχετίζονται με αιμορραγικό επεισόδιο.
- Μεγαλύτεροι από 72 ετών: Το όριο αυξάνεται στα 150-160 pg/mL, υποδεικνύοντας ότι οι ηλικιακές διαφορές επηρεάζουν τα επίπεδα του GFAP.
Η επίδραση των αντιπηκτικών
Οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά φάρμακα και υφίστανται αιμορραγικό επεισόδιο παρουσιάζουν ακόμα υψηλότερα επίπεδα GFAP. Αυτή η παρατήρηση μπορεί να οδηγήσει στον έγκαιρο εντοπισμό ασθενών που θα χρειαστούν αντιστροφή της δράσης των αντιπηκτικών.

Αν και τα αποτελέσματα φαίνονται πολλά υποσχόμενα, οι ερευνητές τονίζουν ότι χρειάζονται ακόμη περαιτέρω μελέτες μέχρι η μέθοδος αυτή να γίνει ευρέως διαθέσιμη.
Πηγή: Medscape